Όλοι, αγαπημένοι μου φίλοι, θυμόμαστε, απ’ τα παιδικά μας χρόνια και ειδικά όσοι μεγαλώσαμε στην επαρχία, τους πλανόδιους, συνήθως,  “ μαστόρους ”, που με τα μαυρισμένα, λόγω δουλειάς, ρούχα και τις λερές τραγιάσκες,  γυρόφερναν στις γειτονιές διαλαλώντας τη μαστοριά τους, τι έκαναν; Γάνωναν τα “ μπακιρένια “ μαγειρικά σκεύη. Κατσαρολικά, τηγάνια, μπρίκια, ταψιά, καζάνια όλων των μεγεθών, και όλα γενικά τα χαλκώματα, έτσι έλεγαν παλιότερα τα χάλκινα σκεύη, που απ’ τη χρήση είχαν χάσει την κασσιτεροεπίστρωσή τους, το γάνωμά τους δηλαδή, και ήταν επικίνδυνα να προκαλέσουν δηλητηριάσεις.

Σε πολλά μέρη, υπήρχαν και ντόπιοι καλατζήδες, γανωματήδες δηλαδή, αλλά συνήθως ήταν ξένοι, περαστικοί, που σεργιάνιζαν τις γειτονιές και μάζευαν τα μπακίρια, τα έπαιρναν απ’ τις νοικοκυρές, μέσα σε ένα τσουβάλι, που κράταγαν στον ώμο τους, και τα ‘φερναν μετά από 2-3 μέρες έτοιμα, αστραφτερά, ολοκάθαρα, έτοιμα για τη φωτιά, για μαγείρεμα.

Καλαντζής – Καλαϊντζής – Γανωτής – Γανωματής : είναι αυτός που γανώνει χάλκινα σκεύη.

Η τέχνη του γανωματή χάνεται στα βάθη των αιώνων και είναι από τα πιο παλιά επαγγέλματα που υπάρχουν. Αν και η χρήση του κασσίτερου είναι γνωστή από την αρχαιότητα, το επάγγελμα καθιερώθηκε στα τέλη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και γνώρισε την ακμή του στην εποχή του Βυζαντίου.

Γάνωμα χρειάζονται όλα τα χάλκινα σκεύη (τεντζερέδες, τηγάνια, κουτάλια και πιρούνια, ταψιά και μπρίκια κλπ.) Το εργαστήριό του γανωτή είχε όλα τα απαραίτητα υλικά και εργαλεία: Το καλά, κασσίτερος, το σπίρτο Υδροχλωρικό Οξύ, το αμόνι, η μασιά με την οποία κρατά το σκεύος πάνω από τη φωτιά και ο ταβάς, ένα μεγάλο ταψί, που μέσα ρίχνει τα περισσεύματα από το καλάι, για να τα ξαναχρησιμοποιήσει. Σε μια άκρη υπάρχει το καμίνι, όπου θερμαίνονται τα σκεύη. Για την συντήρηση ή επισκευή των χάλκινων αντικειμένων χρησιμοποιούνται ράβδοι από κασσίτερο, οι οποίες πριν λιώνονται στο καμίνι και με ειδικά σφυριά απλώνονται πάνω στο σκεύος και καλύπτουν τα βαθουλώματα. Η επιφάνεια του σκεύους με το πέρασμα του χρόνου παίρνει ένα χρώμα που μοιάζει με ασήμι.

Ο γανωτής πρώτα καθαρίζει καλά τα σκεύη από τις σκουριές και τις πράσινες σκιές. Το μέσα μέρος το καθαρίζει με το σπίρτο κεζάπι κι έπειτα το τρίβει με άμμο ή με κουρασάνι (=τριμμένο κρεμμύδι). Μετά κρατά το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και ρίχνει μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Στη συνέχεια, το σκουπίζει καλά και μετά απλώνει το λιωμένο καλάι σε όλη την επιφάνεια του σκεύους με τη βοήθεια ενός χοντρού βαμβακερού υφάσματος. Για να παγώσει πιο γρήγορα το καλάι ρίχνει κρύο νερό και το σκουπίζει με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει.

Ετυμολογία λέξης: Το μεσαιωνικό ρήμα γανώνω (επικαλύπτω χάλκινο σκεύος με κασσίτερο για να το προφυλάξω από την οξείδωση), το οποίο προέρχεται από το ρήμα της αρχαίας γανόω, -ώ (γυαλίζω, στιλπνώνω, επικασσιτερώνω). Γάνα ονομάζεται η συνήθως πρασινωπή σκουριά που επικαλύπτει τα σκεύη που δεν έχουν γανωθεί, γαλβανιστεί & γανωματάς/ γανωματής/ γανωτής ή γανωτζής αυτός που γανώνει τα σκεύη.

Άλλες ονομασίες:

Στην Πρέβεζα: Καλατζής ή Κασαρωτής.

Στην Κεφαλονιά/Κέρκυρα: Σταγκωτής.

Καλαϊτζής = γανωματής < τουρκ. kalayci < από το καλάι = κασσίτερος που χρησιμοποιείται για το γάνωμα χάλκινων ειδών < τουρκ. kalay = κασσίτερος < από το αραβ. qala.

Κατά Μ. Στεφανίδη από το κάλαϊς (λίθος) < από το λατιν. callais = είδος γαλάζιας πέτρας

Ο πιο γνωστός γανωτής: Tο 1839, ένας γανωματής από το Kονέκτικατ ονόματι Charles Goodyear εφηύρε το βουλκανισμό του ελαστικού και ίδρυσε την ομώνυμη γνωστή εταιρία ελαστικών που πήρε το όνομά του.

Τα παλιά χρόνια, τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για τις καθημερινές τους δουλειές και ιδιαίτερα στη μαγειρική ήταν χάλκινα (μπακιρένια). Αυτά με τον καιρό και με τη μεγάλη χρήση οξειδώνονταν και γινόταν επικίνδυνα για δηλητηριάσεις. Τότε, ήταν υποχρεωτικό το γάνωμα, δηλαδή έπρεπε να σκεπαστεί όλη η επιφάνεια του σκεύους με ειδικό μέταλλο. Αυτό ήταν το «καλάι», ο κασσίτερος δηλαδή. Το γάνωμα γινόταν από τους ειδικούς τεχνίτες, τους γανωτήδες ή καλαϊτζήδες, στην τουρκική γλώσσα.

Το επάγγελμα του γανωτή είναι από τα πιο παλιά που υπάρχουν. Λένε ότι καθιερώθηκε στην εποχή του Βυζαντίου και ήταν χρήσιμη η δουλειά τους, γιατί έσωζαν τους ανθρώπους από το θάνατο που προκαλούσαν τα αγάνωτα χάλκινα σκεύη. Οι περισσότεροι γανωτήδες ήταν αυτοδίδακτοι ή συνέχιζαν τη δουλειά από γενιά σε γενιά. Τα παλιά μπακιρένια οικιακά σκεύη (ταψιά, καζάνια, κουτάλια, πιρούνια κλπ.), με τον καιρό οξειδώνονταν και έπρεπε να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους με ειδικό μέταλλο (καλάι – κασσίτερος). Έτσι προστατεύονταν από τα δηλητηριώδη οξείδια του χαλκού.

Τα εργαλεία του Γανωτή

Η διαδικασία αυτή γίνονταν από ειδικούς τεχνίτες, συνήθως γυρολόγους, τους γανωτήδες. Είχαν μαζί τους τα απαραίτητα εργαλεία και έκαναν τη δουλειά τους επί τόπου, ενώ παλιότερα η πληρωμή τους ήταν σε είδος (αυγά, καλαμπόκι, σιτάρι).
Αφού καθάριζαν καλά τα σκεύη, αλείφανε το εσωτερικό τους με σπίρτο και το τρίβανε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγαν το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχναν μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζαν καλά, άπλωναν το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα… Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει.

Στο  χωριό μας, εκτός απ’ τους πλανόδιους, τους περαστικούς καλαντζήδες  , που ήταν κυρίως τσιγγάνοι (γύφτοι, όπως τους έλεγαν), υπήρχαν  και ντόπιοι, όπως π.χ. για πολλά-πολλά χρόνια, τη δουλειά αυτή έκαναν, ο Γιώργος Ξυλάγκουρας και ο Θανάσης Κουτσαύτης, ήταν και οι δυο από άλλα χωριά, σώγαμπροι στο Λιδορίκι, αφού ξαναπαντρεύτηκαν χωριανές μας. Ο μπάρμπα Γιώργος, καταγόταν απ΄το Τρίστενο, αν δεν κάνουμε λάθος, και είχε παντρευτεί Πλιανοπούλα, απ’ το Βαρούσι, και ο μπάρμπα Θανάσης, απ’ τη Στύλια ή την Περιθιώτισσα και είχε παντρευτεί κόρη του Βαρσοτάσου, τη Μαρία.

Η πολλή καλαντζήδικη δουλειά, έπεφτε συνήθως εκεί κοντά στις γιορτές και ήταν απολύτως φυσικό αφού τότε δούλευαν τα κατσαρολικά στο φουλ γιατί, κακά τα ψέματα, γιορτές στο Λιδορίκι, χωρίς σαρμάδες, κοκκινιστό, πίτες και αρνί στο φούρνο με πατάτες, δεν γίνοντα , έτσι λοιπόν οι νοικοκυράδες, έκαναν έλεγχο στα τεντζερέδια τους και φρόντιζαν στις γιορτές να λαμποκοπάνε.

Βέβαια, με τα χρόνια και με την καθιέρωση του αλουμίνιου, τα μπακίρια έγιναν πλέον μουσειακό είδος, φυσικά όλα τα σπίτια έχουν μπακιρένια σκεύη, αλλά όχι, πια για μαγείρεμα, σπάνια μαγειρεύουν σ’ αυτά, αλλά  τα ’χουν για στολίδια του σπιτιού, τα καλογυαλίζουν οι κυράδες, με Brasso, τρίβοντάς τα με ένα φανελένιο πανί και γίνονται πρώτης τάξεως διακοσμητικά.

Φυσικό και επόμενο, λοιπόν, ήταν και το καλαντζήδικο επάγγελμα, σιγά – σιγά να σβήσει, αφού η δουλειά έπεσε πολύ, έτσι μετά την αποστρατεία των δυο μας καλαντζήδων, δεν βγήκε πια κανένας καινούριος στη δουλειά καλαϊτζής, βέβαια τα καλοκαίρια, συνήθως, αλλά και στις γιορτάδες, ψευτοπερνάνε κάποιοι πλανόδιοι, αλλά αραιά και που…

Έτσι λοιπόν έσβησε το παραδοσιακό αυτό επάγγελμα, όπως και πολλά άλλα, π.χ. σαμαράδες (σαγματοποιοί), βαρελάδες, όπως και οι π