Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Σαρακοστή για την Ορθόδοξη εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα σημάνει το τέλος των Αποκρεώ.

Τ’ ακούτε τι παράγγειλε η Καθαρά Δευτέρα;
πεθαίν’ ο Κρέος, πέθανε, ψυχομαχάει ο Τύρος
σηκώνει ο Πράσος την ουρά κι ο Κρέμμυδος τα γένια
Μπαλώστε τα σακούλια σας, τροχίστε τα λεπίδια
και στον τρανό τον πλάτανο, να μάσουμε στεκούλια.

(Δημοτικός Σατυρικός Θρήνος Φθιώτιδας)

Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι, επειδή οι Χριστιανοί «καθαρίζονταν» σωματικά και πνευματικά. Την Καθαρά Δευτέρα σταματά η κατανάλωση κάθε αρτύσιμου φαγητού και ξεκινά μια νηστεία που είναι διάρκειας 40 ημερών, όσες δηλαδή και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο. Η λαγάνα που συνηθίσουμε να καταναλώνουμε τη μέρα αυτή, παραπέμπει στα «άζυμα» της Παλαιάς Διαθήκης. Ταυτόχρονα ξεκινά και η πνευματική κάθαρση, με την παρακολούθηση των λειτουργιών την Μεγάλης Σαρακοστής. Οι πρώτες τρεις μέρες επέβαλαν αυστηρή νηστεία. Όχι μόνο δεν έτρωγαν λάδι οι νηστικοί, μόνο νερό έπιναν. Το βράδυ ίσως λίγες σταφίδες να ξεγελάσουν την πείνα τους. Έτσι θεωρούσαν τον εαυτό τους άξιο της θείας Κοινωνίας με την λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, την Τετάρτη που ακολουθούσε. Άξιοι για την θεία Κοινωνία, αλλά και το αντάλλαγμα της σοβαρό. Κι αυτό φόβιζε προπάντων τις γριές. Έτσι δεν μπορούσαν να ευχαριστηθούν την Τυρινή (Τουρνή) με τα καλούδια της. Η κατάσταση αυτή γέννησε την παροιμία: «Όσο συλλογάται η γριά το Τρίμερο, μαύρη Τουρνή (Τυρινή) την πάει».
Από παλιά η Καθαρά Δευτέρα, πέρασε στην συνείδηση του λαού, σαν μέρα καθαρμού. Οι Βυζαντινοί, την Καθαρά Δευτέρα την ονόμαζαν Απόθεση-Απόδοση και τελούσαν δρώμενα. Τραγουδούσαν σχετικά άσματα, από τα οποία έχουν σωθεί μικρά μέρη μέχρι στις μέρες μας: «Ίδε το έαρ το καλόν πάλιν επανατέλλει, φέρον υγείαν και χαρά και την ευημερίαν»
Στη Κωνσταντινούπολη γιορταζόταν έντονα από πλήθος κόσμου που συνέρρεε σε ένα από τους επτά λόφους της πόλης και συγκεκριμένα σ΄εκείνο του ελληνικότατου οικισμού των «Ταταούλων»
Κούλουμα ονομάζεται η καθαροδευτεριάτικη έξοδος στην εξοχή και το πέταγμα του αετού. Οι χριστιανοί, παρέες παρέες βγαίνουν στην εξοχή παίρνοντας μαζί τους νηστίσιμα φαγητά (μαρουλάκια, κρεμμύδια και σκόρδα, ταραμάς, ελιές, φασολάδες λευκές, βοβριά, κ.α.).και το ρίχνουν στην διασκέδαση και τον χορό. Τα κούλουμα από τόπο σε τόπο γιορτάζονται διαφορετικά, με διάφορες εκδηλώσεις. Παντού όμως επικρατεί κέφι χορός και τραγούδι.

Στην Αθήνα από προ του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τα Κούλουμα γιορταζόταν στις πλαγιές του λόφου του Φιλοπάππου όπου οι Αθηναίοι «τρωγόπιναν» καθισμένοι στους βράχους από το μεσημέρι μέχρι τη δύση του Ήλιου. Οι περισσότεροι χόρευαν από τους ήχους πλανόδιων μουσικών, κατά παρέες, είτε δημοτικούς είτε λαϊκούς χορούς υπό τους ήχους «λατέρνας».
Το σούρουπο όλοι οι Ρουμελιώτες γαλατάδες της Αθήνας έστηναν λαμπρό χορό κυρίως τσάμικο γύρω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός παρουσία των Βασιλέων και πλήθους κόσμου.

Κάθε τόπος πέρα των κοινών εθίμων, έχει και τα δικά του ξεχωριστά έθιμα.
Πάμε να χαλάσουμε τα Κούλουμα, έλεγαν. Η προετοιμασία αρχίζει από τους μπακάληδες που πουλούν βρασμένα κουκιά με ρίγανη και όλα τα νηστίσιμα.
Σε πολλές περιοχές οι κοπέλες τρώνε το μακαρόνι της Τυρινής κι αν δεν έβλεπαν στον ύπνο τους ποιόν θα πάρουν για άνδρα, τότε την Καθαρά Δευτέρα έτρωγαν αλμυροκούλουρα, και δεν έπιναν καθόλου νερό για να πάει ο μέλλον σύζυγός τους στο όνειρό τους, να τους δώσει νερό να ξεδιψάσουν. Έλεγαν: «Τρώνε την αλμυροκουλούρα για να δούνε ποιόν θα πάρουνε».
Αλλού την παραμονή της Καθαρής Δευτέρας οι γυναίκες έβγαζαν βορβούς. Πρόσεχαν ο πρώτος να είναι ο μεγαλύτερος, που τον τοποθετούσαν με τα φύλλα του το πρωί της Κ.Δ. στην πόρτα του σπιτιού. Το βράδυ τον έβγαζαν στη καλάθα του ψωμιού μέχρι το Πάσχα, για να είναι φτούρια το ψωμί του σπιτιού.
Επίσης σε κάποιες περιοχές λάμβαναν χώρα και κάποια δρώμενα. Το κάψιμο του Καρνάβαλου, ο γάμος και η κηδεία, οι γαϊδουροδρομίες και άλλα παιχνίδια, που τα συνόδευαν μουντζουρώματα και αλευρώματα κ.α.

Το πέταγμα του «χαρταετού», του αστεριού στα ψηλώματα ήταν ανάμεσα στα έθιμα. Τους χαρταετού