Μια ιστορία από τον Paulo Coelho.



Ένας άντρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε έναν δάσος. Καθώς περνούσαν κάτω από ένα τεράστιο δέντρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε και τους τρεις στάχτη.
Όμως ο άντρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο, και συνέχισε την πορεία του με τα δυο του ζώα (κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την καινούρια τους κατάσταση).
Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο.
Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός κι αυτοί ίδρωναν και διψούσαν
Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μία πανέμορφη μαρμάρινη πύλη που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι.
Ο διαβάτης μας κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο και είχε μαζί του τον εξής διάλογο:
•Καλημέρα.
•Καλημέρα, απάντησε ο φύλακας
•Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;
•Αυτός είναι ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ.
•Τι καλά που φτάσαμε στον Παράδεισο, γιατί διψάμε!
•Μπορείτε Κύριε να μπείτε και να πιείτε όσο νερό